ἄρρατος

ἄρρατος
Grammatical information: adj.
Meaning: = σκληρὸς ἀμετάστροφος (Pl. Kra. 407d).
Other forms: In Euph. 24 the α is long.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unknown. From *ἀ-Ϝρᾰτ-ος, PIE. *u̯ert- `turn'?, cf. ῥατάναν. Schwyzer RhM 80, 209ff., Sommer Nominalkomp. 86, in which case the length of the α would be incorrect. An analysis -Ϝρα-τος is more obvious.
Page in Frisk: 1,151

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άρρατος — ἄρρατος, ον (Α) ο σκληρός, ο άκαμπτος. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβ. ετυμολ. < *α Fρᾰτ ος. Ο τ. ανάγεται πιθ. σε IE. ρίζα *wert «στρέφω, γυρίζω» και συνδέεται με το λατ. vertō «στρέφω» (πρβλ. δωρ. ρτάνᾱν «κουτάλι»)] …   Dictionary of Greek

  • ἄρρατος — masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρρατον — ἄρρατος masc/fem acc sg ἄρρατος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρράτοιο — ἄρρατος masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρράτοις — ἄρρατος masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ρατάνη — και δωρ. τ. ῥατάνα και αιολ. τ. βρατάνα, ἡ, Α (κατά τον Ησύχ.) «ῥατάναν κορύνην». [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. ῥατάνη / βρατάνα ανάγεται στη συνεσταλμένη βαθμίδα wr τής ΙΕ ρίζας *wer «στρέφω, λυγίζω», με ένθημα ŕ (πρβλ. και αρχ. ινδ. vartate, λατ. verto… …   Dictionary of Greek

  • u̯er-3: H. u̯er-t- (*su̯erkʷh-) —     u̯er 3: H. u̯er t (*su̯erkʷh )     English meaning: to turn, wind     Deutsche Übersetzung: “drehen, wenden”     Grammatical information: causative iterative u̯ortei̯ō     Material: O.Ind. themat. present vartati( tē) “dreht”, Med. “dreht… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.